|
|
|
||||||||||||||
|
Οἱ
Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα
Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Κύρος καταγόταν ἀπὸ τὴν
Ἀλεξάνδρεια, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα τῆς
Μεσοποταμίας.
Ὅταν
ξέσπασε ὁ διωγμὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὁ Ἅγιος Κύρος πῆγε σὲ ἕνα
παραθαλάσσιο τόπο τῆς Ἀραβίας καί, ἀφοῦ περιεβλήθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα,
κατοίκησε στὸν τόπο αὐτό.
| |||||||||||||||
Οἱ Ἅγιοι Κύρος καὶ Ἰωάννης οἱ Θαυματουργοί Ἀνάργυροι καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς Ἀθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία οἱ Μάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες
|
|
|
||||||||||||||
|
Ἡ αἰτία γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἑξῆς γεγονός:
Κατὰ
τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ (1081 – 1118), ὁ
ὁποῖος διαδέχθηκε στὴ βασιλικὴ ἐξουσία τὸν Νικηφόρο Γ’ τὸν Βοτενειάτη
(1078 – 1081), ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σὲ λόγιους
καὶ ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τὸν Μέγα Βασίλειο,
χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καὶ ὑπέροχη φυσιογνωμία. Ἄλλοι
τοποθετοῦσαν ψηλὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ τὸν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπὸ τὸν
Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Γρηγόριο καί, τέλος, ἄλλοι, προσκείμενοι στὸν
Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτὸν ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους,
δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Βασίλειο καὶ τὸν Χρυσόστομο.
| |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Ἐφραὶμ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ γεννήθηκε στὴν πόλη Νίσιβη
τῆς Μεσοποταμίας πιθανῶς τὸ 308 μ.Χ. ἢ καὶ ἐνωρίτερα. Ἤκμασε ἐπὶ Μεγάλου
Κωνσταντίνου (324 – 337 μ.Χ.), Ἰουλιανοῦ του Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.)
καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ. Ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία διδάχθηκε τὴν πίστη
καὶ τὴν ἀρετὴ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς γενέτειράς του Ἰάκωβο (309 – 364
μ.Χ.), ὁ ὁποῖος καὶ τὸν χειροτόνησε διάκονο, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος ἀρνήθηκε νὰ
λάβει μεγαλύτερο ἀξίωμα. Ἀκολούθησε πολὺ νωρὶς τὸν μοναχικὸ βίο καὶ μὲ
τὸ φωτισμὸ τοῦ Παρακλήτου ἔγραψε πάρα πολλὰ συγγράμματα πνευματικῆς καὶ
ἠθικῆς οἰκοδομῆς.
| |||||||||||||||
Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ
ἱερὸς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐπειδὴ δὲν ἔκανε διακρίσεις ἀνάμεσα στὰ
πρόσωπα στὴν ἀπόδοση τοῦ δικαίου καὶ ἔλεγχε καὶ τὴν ἴδια τὴν βασίλισσα
Εὐδοξία γιὰ τὶς παρανομίες καὶ τὶς ἀδικίες της, ἐξορίσθηκε δύο φορές,
ἀλλὰ καὶ πάλι ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ἐξορίστηκε ὅμως καὶ πάλι γιὰ
τρίτη φορά.
Ἡ
ἔκπτωση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο προκάλεσε
σχίσμα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὀπαδοί του, ποὺ καλοῦνταν «Ἰωαννίτες», δὲν
ἀναγνώριζαν τὸν διάδοχό του, παρὰ τὶς ἐπίμονες συστάσεις νὰ ὑπακούσουν
στοὺς νέους ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες καὶ νὰ διαφυλάξουν τὴν ἑνότητα τῆς
Ἐκκλησίας.
| |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Ξενοφῶν μετὰ τῆς συμβίου του Μαρίας καὶ τῶν τέκνων Ἀρκαδίου καὶ Ἰωάννου
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Ξενοφῶν κατοικοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν
αὐτοκρατόρων Ἰουστίνου Α’ (518 – 527 μ.Χ.) καὶ Ἰουστινιανοῦ (527 – 565
μ.Χ.). Ἦταν πλούσιος συγκλητικὸς καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν βαθιὰ εὐσέβειά
του πρὸς τὸν Θεό. Εἶχε δύο παιδιά, τὸν Ἀρκάδιο καὶ τὸν Ἰωάννη. Μόλις
αὐτὰ τελείωσαν τὰ ἐγκύκλια γράμματα, τὰ ἔστειλε στὴ Βηρυττὸ τῆς
Φοινίκης, γιὰ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ σπουδάσουν τὴ νομικὴ ἐπιστήμη. Καθ’
ὁδὸν τὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδευαν ναυάγησε. Διασώθηκαν ὅμως καὶ
μετέβησαν στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου ἔγιναν μοναχοί.
| |||||||||||||||
Οἱ Ἅγιοι Παῦλος, Παυσίριος καὶ Θεοδοτίων οἱ Αὐτάδελφοι Μάρτυρες
Οἱ
Ἅγιοι Μάρτυρες Παῦλος, Παυσίριος καὶ Θεοδοτίων ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους
τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (285 –
305 μ.Χ.), ἐνῶ ἡγεμόνας στὴν Κλεοπάτριδα, τὸ σημερινὸ Σουέζ, τῆς
Αἰγύπτου ἦταν ὁ Ἀρειανός. Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν αὐτάδελφοι κατὰ σάρκα. Ὁ
Παῦλος καὶ ὁ Παυσίριος ἔγιναν σὲ νεαρὴ ἡλικία μοναχοί, ἐνῶ ὁ Θεοδοτίων
παρασύρθηκε ἀπὸ κακοὺς φίλους, ἔφυγε στὰ ὄρη καὶ ζοῦσε μαζὶ μὲ ληστές.
Ὅταν
ἄρχισε ὁ διωγμὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἡγεμόνας
τῆς Κλεοπάτριδας Ἀρειανός, συνέλαβε τὸν Παῦλο καὶ τὸν Παυσίριο. Τότε ὁ
Παῦλος ἦταν τριάντα ἑπτὰ ἐτῶν, ἐνῶ ὁ Παυσίριος ἦταν εἴκοσι πέντε. Μόλις
πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Θεοδοτίων, ὁ ἀδελφός τους, ἄφησε τὰ ὄρη
καὶ τοὺς ληστὲς καὶ κατέβηκε νὰ τοὺς δεῖ καὶ νὰ τοὺς ἀποχαιρετήσει. Μὲ
τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ θερμάνθηκε ἡ καρδιά του καὶ ὁμολόγησε καὶ αὐτὸς ὅτι
πιστεύει στὸν Χριστό. Στὴν συνέχεια ὅρμησε πάνω στὸν τύραννο καὶ τὸν
ἔριξε ἀπὸ τὸν θρόνο του. Ἀμέσως τότε, μὲ ἐντολὴ τοῦ Ἀρειανοῦ, τοῦ
πέρασαν πυρακτωμένα καρφιὰ στὰ πλευρὰ καὶ στὴν κοιλιὰ καὶ τελικὰ τὸν
ἀποκεφάλισαν.
Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Θεοδοτίων ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἐνῶ τοὺς ἀδελφοὺς Παῦλο καὶ Παυσίριο τοὺς ἔριξαν στὸ ποτάμι, ὅπου καὶ μαρτήρησαν.
Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Θεοδοτίων ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἐνῶ τοὺς ἀδελφοὺς Παῦλο καὶ Παυσίριο τοὺς ἔριξαν στὸ ποτάμι, ὅπου καὶ μαρτήρησαν.
Ἡ Ἁγία Ξένη
|
|
|
||||||||||||||
|
Ἡ
Ἁγία Ξένη καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἀπὸ γενιὰ τιμημένη καὶ εὔπορη. Οἱ
γονεῖς της ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὴν νυμφεύσουν. Ἐνῶ ὅμως εἶχαν τὰ πάντα
ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν γάμο, ἐκείνη ἐγκατέλειψε τὴ νυφικὴ παστάδα,
παίρνοντας μαζί της καὶ δύο πιστές της θεραπαινίδες καὶ διὰ θαλάσσης
ἔφθασε στὴν πόλη τῶν Μυλασῶν. Στὰ Μύλασα μᾶλλον πῆγε καὶ ἐγκαταστάθηκε,
ὕστερα ἀπὸ συμβουλὴ τοῦ μακαρίου μοναχοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος ἐμφανίστηκε
στὴν Ὁσία μετὰ ἀπὸ θεῖο φωτισμό, ὅταν ἐκείνη πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια
καὶ ἔγινε ὁ πνευματικός της καθοδηγητής.
| |||||||||||||||
Οἱ Ἅγιοι Κλήμης καὶ Ἀγαθάγγελος οἱ Μάρτυρες
|
|
|||||||||||||||
|
Ὁ
Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Κλήμης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα, ἀπὸ πατέρα Ἐθνικὸ
καὶ μητέρα Χριστιανή, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐφροσύνη. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν
ἐκάρη μοναχὸς καὶ σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἀγκύρας.
Ὁ
μακάριος Ἱερομάρτυρας γνώρισε σὲ ὅλη του σχεδὸν τὴ ζωὴ τὸ μαρτύριο.
Ὑπέστη παντοειδεῖς καὶ φρικώδεις βασάνους ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ
(284 – 305 μ.Χ.) καὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Πράγματι, ὁ
ἀγώνας του πρὸς τοὺς τυράννους κράτησε ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια,
χωρὶς νὰ διακόπτεται.
Στὴ
φυλακὴ τῆς Ρώμης τὸν κρέμασαν σὲ ἕνα ξύλο καὶ τοῦ ξέσκισαν τὸ σῶμα μὲ
σιδερένια νύχια, τὸν κτύπησαν μὲ πέτρες, τὸν ἔδεσαν σὲ τροχὸ ποὺ
γυρίζοντας τοῦ συνέτριψε τὸ σῶμα, τοῦ συνέτριψαν τὰ σαγόνια καὶ τοῦ
ἔβγαλαν τὰ δόντια. Ἔτσι λοιπόν, ὁ Ἱερομάρτυς Κλήμης, ἀφοῦ γνώρισε κάθε
μορφὴ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἔλεγξε μὲ τοὺς λόγους του καὶ τὸ ἅγιο παράδειγμά
του τοὺς δυσεβεῖς καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ καρτερία του κατέπληξε καὶ
αὐτοὺς τοὺς Ἀγγέλους, ἔλαβε τὸ στέφανο τῆς οὐράνιας δόξας.
Ὁ
Ἅγιος Μάρτυς Ἀγαθάγγελος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη. Ὅταν ὁ Ἅγιος Κλήμης
ἦταν φυλακισμένος στὴ Ρώμη, πρῶτος ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος καὶ ἔπειτα ἄλλοι,
ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστό, προσῆλθαν στὴ φυλακὴ καὶ τοὺς βάπτισε. Ὅλους
αὐτοὺς ποὺ βαπτίσθηκαν, ὁ εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας τοὺς ἀποκεφάλισε.
Μόνο ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος δραπέτευσε καὶ ἀνέβηκε κρυφὰ στὸ πλοῖο, στὸ
ὁποῖο οἱ στρατιῶτες τοῦ Μαξιμιανοῦ θὰ ἔβαζαν τὸν Ἅγιο Κλήμεντα, γιὰ νὰ
τὸν στείλουν δέσμιο στὴ Νικομήδεια. Μόλις μπῆκε στὸ πλοῖο ὁ Ἱερομάρτυς
Κλήμης, ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ἔπεσε στὰ πόδια του. Ὁ Κλήμης χάρηκε ποὺ
εἶδε τὸν Ἀγαθάγγελο ἐκεῖ καὶ θεώρησε τὸν πόθο του νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν
Χριστὸ ὡς εὐλογία Θεοῦ.
Ἐπάνω
στὸ πλοῖο καὶ οἱ δυὸ Ἅγιοι ὑπέστησαν φοβερὰ βασανιστήρια, ὥσπου ἔφθασαν
στὴν Ἄγκυρα καὶ παρεδόθησαν στὸν Λούκιο, τὸν τοπικὸ ἄρχοντα. Τὰ φρικώδη
βασανιστήρια ἄρχισαν. Τοὺς κρέμασαν σὲ ξύλο, τοὺς ἔκαψαν μὲ ἀναμμένες
λαμπάδες τὰ πλευρά, τοὺς τρύπησαν μὲ πυρακτωμένα σουβλιὰ τὰ χέρια
ἀνάμεσα στὰ δάκτυλα, τοὺς ἔριξαν σὲ ἀσβέστη ἐπὶ δύο ἡμέρες, τοὺς
κτύπησαν μὲ ράβδους, ἔμπηξαν στὴ γῆ ἀκόντια μὲ τὶς αἰχμές τους πρὸς τὰ
πάνω καὶ τοὺς ξάπλωσαν ἀπάνω στὶς αἰχμές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κατατρυπηθοῦν
τὰ σώματά τους καὶ νὰ τοὺς προκληθοῦν ἀφόρητοι πόνοι. Ἰδιαίτερα τοῦ
Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου περιέλουσαν τὸ κεφάλι μὲ λιωμένο μολύβι. Στὴν συνέχεια
τοὺς ἔδεσαν στὸ λαιμὸ μυλόπετρες καὶ τοὺς ἔσυραν στοὺς δρόμους τῆς
πόλεως.
Ὕστερα
ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Λουκίου καὶ οἱ δυὸ Ἅγιοι ἀποκεφαλίσθηκαν. Μαζί τους
ἀποκεφαλίσθηκαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ ποὺ εἶχαν
πιστέψει στὸν Χριστό.
Ἡ
Σύναξή τους τελεῖται στὸ Μαρτύριο, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὴν περιοχὴ
Εὐδοξίου, πέραν τοῦ Ἀνάπλου καὶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, τῆς
παλαιᾶς καὶ τῆς νέας.
Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ (976 – 1025 μ.Χ.) στὰ ἀνάκτορα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου φυλασσόταν ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου μὲ ἄλλα ἱερὰ λείψανα. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰώνα μ.Χ. ἡ σύναξη τῶν Ἁγίων ἄρχισε νὰ τελεῖται στὴ μονὴ τοῦ Πατριάρχη Εὐθυμίου (907 – 912 μ.Χ.), ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχὴ τῶν Ὑψωμαθείων Κωνσταντινουπόλεως, στὴν ὁποία, τὸ ἔτος 907 μ.Χ., ὁ Μητροπολίτης Ἀγκύρας Γαβριὴλ δώρισε τὸ ὠμοφόριο τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος καὶ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Ἦχος δ’.
Κλῆμα
ὁσιότητος, καὶ στέλεχος ἀθλήσεως, ἄνθος ἱερώτατον, καὶ καρπὸς ὡς
θεόσδοτος, τοῖς πιστοῖς πανίερε, ἡδύτατος ἐβλάστησας. Ἀλλ’ ὡς Μαρτύρων
σύναθλος, καὶ Ἱεραρχῶν σύνθρονος, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς
ψυχὰς ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἀγαθῶν ἀγγελιῶν προμηθέα, τῆς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Ἰησοῦ εὐσπλαγχνίας, χαρμονικῶς ὑμνοῦμέν σε Μαρτύρων στερρέ· σὺ γὰρ Ἀγαθάγγελε, ἐναθλήσας νομίμως, στάσεως ἠξίωσαι τῆς Ἀγγέλων ἀξίως· μεθ’ ὧν πρεσβεύοις πάντοτε Χριστῷ, πάσης ῥυσθῆναι, ἡμᾶς περιστάσεως.
Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς
ἀμπέλου γέγονας τίμιον κλῆμα, τοῦ Χριστοῦ πανεύφημε, Κλήμη πολύαθλος
ὀφθείς, σὺν τῷ συνάθλῳ τε ἔκραζες· Χριστὸς Μαρτύρων φαιδρὸν ἀγαλλίαμα.
Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀθλήσει ἄγγελος μάκαρ ἐδείχθης, ἐνεγκὼν ὡς ἄσαρκος, τῶν ἀλγηδόνων τὰς ποινάς· ὅθεν Χριστὸς Ἀγαθάγγελε, ὑπερφυοῦς σε ἠξίωσε χάριτος.
Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος.
Βότρυας
ἐνέγκας ζωοποιούς, ἄθλων γεωργίᾳ, ὥσπερ ἄμπελος εὐκαρπής, οἶνον
ἀποστάζεις, ἀρρήτου κοινωνίας, μυσταγωγὲ τοῦ Λόγου, Κλήμη πανάριστε.
Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου Ἀγαθαγγέλου.
Φέγγει ἀληθείας καταυγασθείς, υἱὸς φωτὸς ὤφθης, δι’ ἀγώνων μαρτυρικῶν· ὅθεν ὡς Χριστοῦ σε, γενναῖον στρατιώτην, ὑμνοῦμεν ἐπαξίως, ὦ Ἀγαθάγγελε. | |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ὁ Ἀναχωρητὴς
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ
Ὅσιος Μακάριος γεννήθηκε περὶ τὸ 300 μ.Χ. σὲ κάποιο χωριὸ τῆς Ἄνω
Αἰγύπτου καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395
μ.Χ.). Σὲ ἡλικία 30 χρόνων ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας καὶ στὴ
Συρία, ὅπου παρέμεινε γιὰ ἑξήντα ὁλόκληρα χρόνια καὶ ἀπέκτησε μεγάλη
φήμη γιὰ τὸν ἀσκητικό του βίο καὶ τὶς ἄλλες θαυμαστὲς ἀρετές του.
Ἐπειδή, παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, προέκοπτε στὶς ἀρετὲς ὀνομάσθηκε
«παιδαριογέρων».
| |||||||||||||||
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
