![]() |
|
||||||||||||||
|
Οἱ Ὅσιοι Συμεών καί Ἰωάννης κατάγονταν ἀπό τήν Ἔδεσσα τῆς Συρίας καί ἤκμασαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Β’ (565 – 578 μ.Χ.). Νεαροί πλούσιοι καί εὐσεβεῖς, συνδεδεμένοι μέ ἀδελφική φιλία, μετέβησαν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν στούς Ἁγίους Τόπους, κατά τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τόσο ὅμως τούς ἔθελξε τό προσκύνημα αὐτό, ὥστε γεμᾶτοι ἀπό ἱερές συγκινήσεις, ἀντί νά ἐπιστρέψουν στήν πατρίδα τους, κατέφυγαν στήν μονή τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ὅπου μετά ἀπό σύντομη δοκιμασία ἐκάρησαν μοναχοί ἀπό τόν ἡγούμενο τῆς μονῆς Νίκωνα. Ποθώντας ὅμως ἡσυχαστικό ἀσκητικό βίο, πρίν τήν παρέλευση ἑπτά ἡμερῶν, κατά τίς ὁποῖες ὡς νεόκουροι, ἀπαγορευόταν νά βγοῦν ἀπό τήν μονή, αὐτοί ἐγκατέλειψαν κρυφά αὐτήν καί κατέφυγαν στήν ἔρημο, ὅπου γιά σαράντα ἔτη ἔζησαν μέ αὐστηρότατη ἄσκηση καί προσευχή. Ἀκολούθως, ὁ Ἰωάννης, παρέμεινε στό ἐρημητήριό του, ὁ δέ Συμεών, ἀφοῦ ἐπανῆλθε στά Ἱεροσόλυμα, ἐπιδόθηκε στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου προσελκύοντας πολλούς ἀπό τούς Ἰουδαίους καί τούς εἱρετικούς πρός τόν Χριστό. | |||||||||||||||
Οἱ Ὅσιοι Συμεών ὁ διά Χριστόν Σαλός καί Ἰωάννης
Ὁ Προφήτης Ἠλίας
![]() |
|
||||||||||||||
|
Ὁ Προφήτης Ἠλίας, υἱός τοῦ Σαβώκ ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἦταν Ἰσραηλίτης καί ἔδρασε στό βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (875 – 854 π.Χ.) καί τοῦ Ὀχοζία (854 – 853 π.Χ.). Ἡ πρώτη του ἐμφάνιση καλύπτεται ἀπό μυστήριο, τό ὁποῖο διατηρεῖται καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του. Ὑπάρχει μόνο μία σύντομη ἀναφορά στήν καταγωγή του: «Καί εἶπεν Ἠλιού ὁ προφήτης ὁ θεσβίτης ἐκ Θέσβης τῆς Γαλαάδ…», πού ὅμως καί αὐτή ἀμφισβητεῖται. Κάποιοι ὑποστηρίζουν, στηριζόμενοι στό Γ’ Βασιλειῶν 17, 1, ὅτι ἡ ἀναφορά ἐνισχύει τήν ὑπόθεση ὅτι ὁ Προφήτης Ἠλίας δέν ζοῦσε σέ ἕνα συγκεκριμένο μέρος στήν Γαλαάδ, πού κεῖται ἀνατολικά τοῦ Ἰορδάνου, ἀλλά ἦταν μέλος εἴτε τῶν Κενιτῶν, εἴτε τῶν Ρεχαβιτῶν, σχισματικῶν ὁμάδων, πού ἡγοῦνταν τῆς νομαδικῆς ζωῆς. Ἡ ἔρευνα, ἐπίσης, κλίνει πρός τήν ἄποψη, ὅτι τό μέρος πού ὀνομαζόταν Τισμπέ ἤ Τσιμπί τῆς Γαλαάδ εἶναι ὁ τόπος τῆς γεννήσεως τοῦ Προφήτου. Μερικοί προσπαθοῦν νά τήν ταυτίσουν μέ τήν Τισμπέ τῆς περιοχῆς τῆς φυλῆς τοῦ Νεφταλί, ἀλλά οἱ Ἑβδομήκοντα ἐκλαμβάνουν τήν ἀμφισβητούμενη λέξη ὡς κύριο ὄνομα καί μεταφράζουν «Ἠλίας ὁ θεσβίτης ἀπό τή Θεσβών τῆς Γιλεάδ». | |||||||||||||||
Ἀνακοίνωσις
Φέρεται εἰς γνώσιν τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, ὃτι τήν Δευτέραν 20 Ἰουλίου 2026, ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν εἰς οὐρανοὺς πυρφόρον ἀνάβασιν τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, κατά τήν ὁποίαν πανηγυρίζει τό φερώνυμον Ἱερόν παρεκκλήσιον τοῦ Ἱ. Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, πού βρίσκεται στήν ὁδό Ψυχάρη τῆς πόλεως Χίου (πλησίον τοῦ 11ου Δημοτικοῦ Σχολείου).
Τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 19 Ἰουλίου, 6μμ, θά τελεσθεῖ ὁ Ἑσπερινός τοῦ Ἁγίου καί τό πρωί τῆς Δευτέρας, ὁ Ὂρθρος καί ἡ Θεία Λειτουργία, μετ' Ἀρτοκλασίας, γιά τήν ἑορτή τῶν Ἐμπόρων τῆς Χίου.
Παρακαλοῦνται οἱ φιλέορτοι καί φιλάγιοι Χριστιανοί ὃπως προσέλθουν εἰς συμπροσευχή.
Ἐκ τοῦ Ἱ. Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Χίου.
Ὁ Ἅγιος Αἰμιλιανός ὁ Μάρτυρας
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ἅγιος Αἰμιλιανός καταγόταν ἀπό τήν περιοχή Δορυστόλου τῆς Θρακικῆς Μοισίας καί ἀπό εὐλαβῆ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του, πού ἦταν τοπάρχης τῆς περιοχῆς, ὀνομαζόταν Σαββατιανός καί φρόντισε νά ἀναθρέψει τόν υἱό του μέ πνεῦμα χρηστότητος καί εὐσεβείας. Κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360 – 363 μ.Χ.) καί Καπιτωλίνου βικαρίου, ὁ Ἅγιος ὑπηρετοῦσε στόν στρατό. Ἐπειδή ἦταν ζηλωτής τῆς πίστεως, εἰσῆλθε στόν εἰδωλολατρικό ναό καί συνέτριψε τά ξόανα καί ἀγάλματα πού ἦσαν τοποθετημένα μέσα σ’ αὐτόν, χωρίς νά γίνει άντιληπτός σέ κανέναν, σέ μιά στιγμή πού ὁ λαός τοῦ Δορυστόλου διασκέδαζε μαζί μέ τόν ἔπαρχο Καπιτωλίνο. | |||||||||||||||
Φοιτητές της Φιλοσοφικής Αθηνών στον Μητροπολίτη Χίου, Ψαρών και Οινουσσών
Ἡ Ἁγία Μαρίνα ἡ Μεγαλομάρτυς
![]() |
|
||||||||||||||
|
Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Μαρίνα καταγόταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, ἦταν θυγατέρα τοῦ ἱερέως τῶν εἰδώλων Αἰδεσίου καί ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου Β’ (268 – 270 μ.Χ.). Μετά τόν θάνατο τῆς μητέρας της, σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, παραδόθηκε ἀπό τόν πατέρα της σέ γυναίκα, ἡ ὁποία κατοικοῦσε στήν ἀγροτική περιοχή τῆς Πισιδίας. Μετά ἀπό λίγο, ἡ γυναίκα αὐτή προσῆλθε στόν Χριστιανισμό καί ἀπό τή νεοφώτιστη πίστεψε στόν Χριστό καί ἡ Μαρίνα, ἡ ὁποία καί ἔλαβε τό θεῖο Βάπτισμα. Δέν πέρασαν παρά μόνο τρία ἔτη ἀπό τό βάπτισμά της, κατά τά ὁποῖα διδάχθηκε διά τοῦ κηρύγματος στήν Ἐκκλησία καί μέσα ἀπό τίς κατ’ οἶκον κατηχήσεις, κατά τό ἀποστολικό σύστημα, κατέστη τέλεια γνώστης τῶν χριστιανικῶν δογμάτων καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Τότε νόμισε ὅτι ἦταν καιρός νά ἀποκαλύψει στόν πατέρα της τήν ἔνταξή της στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά προσπαθήσει νά ἑλκύσει καί αὐτόν. Κατάπληκτος ὁ πατέρας της ἀπό τήν ἀποκάλυψη αὐτή, ἀφοῦ μάταια μέ ὑποσχέσεις καί ἀπειλές προσπάθησε νά τήν μεταπείσει,. ἀναχώρησε μέ κατάρες ἐναντίον της, ἀφοῦ δήλωσε ὅτι ἡ διαγωγή της τήν ἀποξένωσε ἐντελῶς ἀπό αὐτόν. | |||||||||||||||
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΑΝΑΛΟΓΙΟΝ ΣΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΓ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΑΝΑΛΟΓΙΟΝ
ΣΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΓ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ
Ὡς τυγχάνει γνωστόν ἡ Ἱερά Μητρόπολις Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν ἔχει ἐντάξει στήν πνευματική διακονία της καί τό πρόγραμμα «Θεολογικόν Ἀναλόγιον», μέ χῶρον διεξαγωγῆς τήν Βιβλιοθήκην ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΠΗΤΟΣ.
Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς διακονίας, τήν Παρασκευήν 17ην Ἰουλίου 2026 καί ὥραν 19:15, ὁ Ἐλλογιμώτατος κ. Νικόλαος Κώσταλος, Θεολόγος Καθηγητής, θά παρουσιάσῃ τό θέμα: «Ἡ σύνθεσις τοῦ θεοπνεύστου κανόνος τῆς Ἁγίας Γραφῆς».
Παρακαλεῖσθε νά προσέλθετε καί νά παρακολουθήσετε τήν σπουδαιότατη αὐτή Θεολογική Ὁμιλία.
(ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ)
Ὁ Ἅγιος Ἀθηνογένης ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Πηδαχθόης καί οἱ Δέκα Μαθητές του
![]() |
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀθηνογένης εἶναι ἄγνωστος στούς ὑπόλοιπους Συναξαριστές καί ἀναφέρεται μόνο ἀπό τόν Ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος ὑποθέτει ὅτι πρόκειται γιά τόν ποιητή τοῦ ψαλλόμενου ὕμνου κατά τόν Ἑσπερινό «Φῶς ἱλαρόν ἁγίας δόξης…». Αὐτό ἀναφέρει ἀπό παράδοση καί ὁ Μέγας Βασίλειος: «Εἰ δέ τις καί τόν ὕμνο Ἀθηνογένους ἔγνω, ὅς ὥσπερ τι ἄλλον ἐξιτήριον τοῖς συνοῦσιν αὐτῷ καταλέλοιπεν, ἤδη πρός τήν διά πυρός τελείωσιν, οἶδε καί τήν τῶν μαρτύρων γνώμην, ὅπως εἶχον περί τοῦ Πνεύματος». Ὁ Ἅγιος Ἀθηνογένης γεννήθηκε στήν Σεβάστεια τῆς Καππαδοκίας ἀπό γονεῖς ἐνάρετους καί εὐσεβεῖς Χριστιανούς, ἄθλησε δέ στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Λόγῳ τῆς βαθιᾶς μορφώσεως, τοῦ θερμοῦ ζήλου γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἄλλων ἀρετῶν του, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Πηδαχθόης (ἤ Πηδαχθείσης), ἀφοῦ ἀναδείχθηκε ὑπέροχος διδάσκαλος τοῦ θείου Λόγου καί πιστός τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Στόν διωγμό πού κινήθηκε τότε ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἡγεμών Φιλόμαχος συνέλαβε τόν Ἀθηνογένη, καί τούς δέκα μαθητές του, τόν Ρηγῖνο, τόν Μαξιμῖνο, τόν Πατρόφιλο, τόν Ἄμμωνα, τόν Θεόφραστο, τόν Κλεόνικο, τόν Πέτρο, τόν Ἡσύχιο καί ἄλλους δύο καί ἀφοῦ σκληρά τούς βασάνισε, τούς θανάτωσε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ. | |||||||||||||||
Αρχιερατικόν Μνημόσυνον Μητροπολίτου Χίου κυρού ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
Οἱ Ἅγιοι Κήρυκος καί Ἰουλίττα ἡ μητέρα του
![]() |
|
||||||||||||||
|
Οἱ Ἅγιοι Κήρυκος καί Ἰουλίττα μαρτύρησαν κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ἡ Ἁγία Ίουλίττα καταγόταν ἀπό τό Ἰκόνιο τῆς Λυκαονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί διακρινόταν γιά τήν πίστη καί τήν εὐσέβειά της. Μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της ἀφιερώθηκε στήν ανατροφή τοῦ βρέφους της, τό ὁποῖο βάπτισε μέ τό ὄνομα Κήρυκος. Μέχρι τήν ἡλικία τῶν τριῶν ἐτῶν ἡ Ἁγία ἀνέτρεφε τόν υἱό της μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου καί τό εὐσεβές παράδειγμά της. Ὅταν τό κῦμα τοῦ διωγμοῦ κατά τῶν Χριστιανῶν ἐντάθηκε, ἡ Ἁγία Ἰουλίττα πῆρε τόν μικρό Κήρυκο καί κατέφυγε στήν Σελεύκεια τῆς Κιλικίας καί ἀπό ἐκεῖ στήν Ταρσό, τήν γενέτειρα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἐκεῖ τήν συνέλαβαν καί ὁ ἡγεμόνας τῆς πόλεως, ὁ Ἀλέξανδρος, τήν κάλεσε σέ ἀπολογία. Προσπάθησε νά τήν πείσει νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό μέ τήν ἀπειλή τοῦ θανάτου αὐτῆς καί τοῦ μικροῦ υἱοῦ της. Ὅμως ἡ Ἁγία παρέμεινε μέ ἀνδρεία σταθερή καί ἀμετάθετη στήν πίστη της καί ἦταν ἕτοιμη νά προσφερθεῖ θυσία ζῶσα μαζί μέ τόν υἱό της, παρά νά ἀρνηθεῖ τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἄρχισε νά καλοπιάνει τόν μικρό Κήρυκο, γιά νά τόν ἑλκύσει μέ τό μέρος του καί νά κάμψει τήν ἀντίσταση τῆς μητέρας του. Ὅμως, ὁ Κύριος ἔδωσε «στόμα καί σοφίαν» στόν μικρό στήν ἡλικία καί μέγα στήν ὁμολογία Κήρυκο. Τό νήπιο ἄρχισε νά ἐπικαλεῖται τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἡγεμόνας Ἀλέξανδρος ἐξαγριώθηκε καί μέ ἀγριότητα ἔριξε τό νήπιο ἀπό τίς σκάλες τοῦ κριτηρίου, λακτίζοντάς το μέ δύναμη. Ὁ Ἅγιος Κήρυκος χτυπήθηκε στήν κεφαλή θανάσιμα καί παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Θεό. Ἡ Ἁγία Ἰουλίττα, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε μέ φρικτά βασανιστήρια, ἀποκεφαλίσθηκε, τό ἔτος 304 μ.Χ., καί ἔλαβε τό ἀμαράντινο στέφανο της δόξας. | |||||||||||||||






