![]() |
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 760 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὴν Θεοδότη. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ ἡ μητέρα του ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς ἀνατροφῆς, τῆς διαπαιδαγωγήσεως καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ υἱοῦ της Θεοφάνους. Ὁ Ὅσιος, κατὰ παράκληση τῆς μητέρας του, νυμφεύθηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὴν εὐσεβὴ καὶ πλούσια Μεγαλώ. Ὁ γάμος αὐτός, ποὺ ἦταν ἀντίθετος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ ποὺ ἐπιθυμοῦσε ὁ Ὅσιος, διαλύθηκε. Ἡ μὲν σύζυγος αὐτοῦ ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τῆς Πριγκίπου καὶ μετονομάσθηκε Εἰρήνη, ὁ δὲ Ὅσιος κατέφυγε, τὸ 781 μ.Χ., στὴ μονὴ τοῦ Μεγάλου Ἀγροῦ στὴ Σιγριανὴ καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς. | |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής Ἐπίσκοπος Σιγριανής
Ὁ Ἅγιος Κοδράτος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ
![]() |
|
||||||||||||||
|
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κοδράτος, Ἄνεκτος, Παῦλος, Διονύσιος, Κυπριανὸς καὶ Κρήσκης ἦταν φίλοι καὶ μαρτύρησαν κατὰ τὸν διωγμὸ τῶν αὐτοκρατόρων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) ἢ Οὐαλεριανοῦ (253 – 259 μ.Χ.) στὴν Κόρινθο, ὅταν ἡγεμόνας τῆς Ἑλλάδος ἦταν ὁ Ἰάσων. Στὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορος Βασιλείου Β’ ἀναφέρεται ὅτι ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, ὅσοι μὲν εἶχαν συλληφθεῖ σφαγιάζονταν, ὅσοι ὅμως ἔφευγαν κρύβονταν στὰ ὄρη, γιὰ ὅσο διάστημα χρειαζόταν. Ἔτσι καὶ ἡ μητέρα τοῦ Κοδράτου, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Κορινθίων, ἔφυγε γιὰ τὸ ὄρος καὶ κρυβόταν. Καὶ καθὼς ἦταν ἔγκυος, γέννησε υἱὸ ποὺ τὸν ὀνόμασε Κοδράτο. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ ἔζησε γιὰ λίγο, πέθανε, ἐγκαταλείποντας τὸν υἱό της βρέφος. Αὐτὸς τρεφόταν ἀπὸ τὰ νέφη ποὺ συνενώνονταν ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν πότιζαν. | |||||||||||||||
Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες οἱ ἐν Σεβαστείᾳ
![]() |
|
||||||||||||||
|
Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάϊος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἡσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδὼν ἢ Σακεδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων. Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνος τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει. | |||||||||||||||
ΚΥΡΙΑΚΗ «ΤΗΣ ΑΠΟ-ΚΡΕΩ»
![]() |
|
||||||||||||||
|
῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, Καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; | |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁ Ἴσαυρος
![]() |
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ἅγιος Κόνων γεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 1ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Βαδινή, χωριὸ τῆς Ἰσαυρίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησε στοὺς Ἀποστολικοὺς χρόνους. Οἱ γονεῖς του, Νέστωρ καὶ Νάδα ἦταν ἀρχικὰ εἰδωλολάτρες. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔγινε Χριστιανὸς καὶ ὅταν οἱ γονεῖς του τὸν πίεσαν νὰ νυμφευθεῖ, συμφώνησε μὲ τὴ σύζυγό του νὰ ζοῦν ὡς ἀδελφοὶ ἀφιερωμένοι στὸν Θεό. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι τὸν Ἅγιο καθοδηγοῦσε ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν βάπτισε, τοῦ δίδαξε τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, μετέδωσε τὰ Θεία Μυστήρια σὲ αὐτόν, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, τοῦ συμπαραστεκόταν καὶ τοῦ χορήγησε μάλιστα καὶ τὴ χάρη τῶν παράδοξων θαυμάτων. | |||||||||||||||
Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης
![]() |
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης γεννήθηκε στὴ Λυκία τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ., ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ταπεινοὺς γονεῖς καὶ ἐκ βρέφους ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν παρασυρόμενος ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ αἱρετικοῦ ψευδοπατριάρχου Θεοδοσίου, φανατικοῦ μονοφυσίτου Αἰγυπτίου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀπουσία τοῦ Πατριάρχου Ἰουβεναλίου (422 – 453 μ.Χ.), βοηθούμενος καὶ ὑπὸ τῆς βασιλίσσης Εὐδοκίας, κατόρθωσε νὰ καταλάβει τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων καὶ νὰ προβεῖ σὲ ἀνεκδιήγητες σκληρότητες ἐπὶ εἴκοσι μῆνες (451 – 453 μ.Χ.). Ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ πανίερος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως ἔγινε θέατρο ἀπερίγραπτων σκηνῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἡ ταραχὴ ἐξαπλώθηκε ἀνὰ τὴν Παλαιστίνη. | |||||||||||||||
Ἡ Ἁγία Εὐδοκία ἡ Μάρτυς
![]() |
|
||||||||||||||
|
Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εὐδοκία καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἠλιούπολη, τῆς ἐπαρχίας Λιβανησίας Φοινίκης καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Τραϊανοῦ (98 – 117 μ.Χ.). Στὸν πρότερό της βίο ζοῦσε ζωὴ ἀκόλαστη μέσα στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ φώτισε τὴν καρδιά της καὶ μὲ τὶς νουθεσίες κάποιου γέροντος μοναχοῦ, ποὺ ὀνομαζόταν Γερμανός, μετανόησε. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εἶδε ὀπτασία, προσῆλθε στὸν Ἐπίσκοπο Θεόδοτο καὶ βαπτίσθηκε. Ἡ ὀπτασία ἦταν ἡ ἑξῆς: Παρατηροῦσε Ἄγγελο Θεοῦ νὰ ὁδηγεῖ αὐτὴν πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἄλλους Ἀγγέλους νὰ τὴ συγχαίρουν, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ κάποιος μαῦρος οὔρλιαζε καὶ ἔλεγε ὅτι ἀδικεῖται πάρα πολύ, ἐπειδὴ ἡ Εὐδοκία ἔγινε Χριστιανή. | |||||||||||||||









