|
|
|
||||||||||||||
|
Δυὸ
πατρίκιοι, οἱ αὐτάδελφοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, πηγαίνοντας στὰ
Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν, ἔφτασαν στὴν Παλαιστίνη. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή
τους στοὺς Ἁγίους Τόπους, συνάντησαν μία Ἑβραία, ἡ ὁποία εἶχε στὴν
κατοχή της καὶ φύλαγε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη εὐσέβεια, μέσα σὲ εἰδικὸ
κιβώτιο τὴν τίμια Ἐσθῆτα (φόρεμα) τῆς Παναγίας. Τότε οἱ Γάλβιος καὶ
Κάνδιδος, ἀφοῦ προσκύνησαν τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, ἔβαλαν σκοπὸ νὰ τὸ μεταφέρουν
στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησαν,
στὴν συνέχεια κατασκεύασαν ἕνα εἰδικὸ κιβώτιο, ὅμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἡ
Ἑβραία γυναῖκα καὶ φύλαγε τὸ φόρεμα τῆς Θεοτόκου. Τὸ κιβώτιο αὐτό, χωρὶς
νὰ τοὺς πάρει εἴδηση ἡ γυναῖκα, τὸ ἄλλαξαν μὲ αὐτὸ ποὺ περιεῖχε τὴν
τιμία Ἐσθῆτα, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση.
| |||||||||||||||
Κατάθεσις Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου
Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀπόστολος
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ
Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεννήθηκε στὴ μικρὴ πόλη Βηθσαϊδὰ κοντὰ στὴ λίμνη
Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μὲ τὸν ἀδελφό του
Ἀνδρέα, κληθέντα καὶ αὐτὸν στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, καὶ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ
Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τὸ ὄνομά του
ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπὸ τέσσερις τύπους: α. Συμεὼν (ἐκ τοῦ Sim Un, σημιτικοῦ τύπου). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξελληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπὸ τὸ ἀραμαϊκὸ Kepha, ποὺ σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στὸ Σίμωνα ἀπὸ τὸν Χριστό).
| |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ἀπόστολος
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ
Ἀπόστολος Παῦλος ἡ ἡρωικότερη ἀποστολικὴ μορφὴ τῆς πρώτης Χριστιανικῆς
περιόδου, ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ μοναδικὸς
διδάσκαλος καὶ ὁ σπουδαιότερος παιδαγωγὸς τῆς Οἰκουμένης, ὁ
ἐκκλησιαστικὸς ἀγωνιστὴς καὺ φυτουργὸς τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς
Ἐκκλησίας ἐκφράζονται μὲ τὸ μεγαλύτερο θαυμασμὸ καὶ ἐξυμνοῦν μὲ τὰ
καλύτερα λόγια τὴν προσωπικότητά του, τὸ καταπληκτικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο
του καὶ τὴ μοναδικὴ διδασκαλία του. Μάλιστα ὁ κυριότερος ἑρμηνευτής
του, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐκ τῶν κορυφαίων πατέρων τῆς
Ἐκκλησίας, εὔστοχα τὸν χαρακτηρίζει ὡς «τὸν πρῶτον μετὰ τὸν Ἕνα» καὶ συνιστᾶ «μὴ θαυμάζειν μόνον ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθαι τὸ ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς».
Ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ παιδείας, ἔφερε τὸ ἀληθινὸ
φῶς τῆς θεογνωσίας, τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση.
| |||||||||||||||
Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίων Κύρου καὶ Ἰωάννου τῶν Ἀναργύρων καὶ Θαυματουργῶν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς
|
|
|
||||||||||||||
|
«Τῇ
αὐτῇ ἡμέρα, μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων καὶ
Θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου· καὶ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος
Ἀθανασίας καὶ τῶν τριῶν αὐτῆς θυγατέρων καὶ παρθένων Θεοδότης,
Θεοκτίστης καὶ Εὐδοξίας».Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης, Ἀθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία (†
31 Ἰανουαρίου) ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ
(284 – 305 μ.Χ.). Σήμερα ἑορτάζεται ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτῶν. Ἡ
Σύναξή τους ἐτελεῖτο «ἐν τοῖς Φωρακίου καὶ ἐν ταῖς Ἀρκαδιαιναῖς».
| |||||||||||||||
Ἡ Ἁγία Φεβρωνία ἡ Ὁσιομάρτυς ἡ πολύαθλος
|
|
|
||||||||||||||
|
Ἡ Ὁσιομάρτυς Φεβρωνία ἐμόναζε σὲ κάποιο μοναστήρι τῆς πόλεως Νισίβεως τῆς Μεσοποταμίας μαζὶ μὲ τὴ θεία της Βρυαίνη καὶ τὴν ἀδελφὴ Θωμαΐδα, διότι ὅλες οἱ ἄλλες μοναχές, ἀφοῦ ἐπληροφορήθηκαν ὅτι ἔρχονταν στὴ μονὴ πρὸς σύλληψή τους στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνος Σελήνου (288 μ.Χ.), κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ἐζήτησαν σωτηρία διὰ τῆς φυγῆς. Προσελθόντες δὲ οἱ στρατιῶτες τὶς ἀπήγαγαν πρὸς τὸν Σελῆνο, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπέβαλε τὴν Ὁσία Φεβρωνία σὲ φρικότατα βασανιστήρια, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ δεχθεῖ ὡς σύζυγό της τὸν Λυσίμαχο, ἀνεψιὸ τοῦ ἡγεμόνος. Μὲ προσευχὲς καὶ πνευματικὴ ἀνδρεία, ἐπιθυμοῦσα νὰ γίνει «τῆς μελλούσης δόξης κοινωνὸς» ἐδέχθηκε τὸ μαρτυρικὸ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ τέλος αὐτῆς, τὸ 304 μ.Χ.
| |||||||||||||||
Ὁ Ἅγιος Εὐσέβιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σαμοσάτων
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐσέβιος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο
αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῶν Σαμοσάτων στὴν Κομμαγηνὴ τῆς Συρίας.
Διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνές του κατὰ τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν καὶ
ἐξορίσθηκε γιὰ τὰ ὀρθόδοξα φρονήματά του ἀπὸ τὸν ἀρειανίζοντα
αὐτοκράτορα Οὐάλεντα στὶς παρὰ τὸ Δούναβη χῶρες. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ
Οὐάλεντος (378 μ.Χ.) ἐπανῆλθε στὴν Ἐπισκοπή του καὶ ἐξακολούθησε τὸν
ἀγώνα του γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἀφοῦ ἐχειροτόνησε πολλοὺς Ἐπισκόπους
πρὸς καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Μάρη, Ἐπίσκοπο
τῆς ἀρειανίζουσας πόλεως Δολιχῆς, ἐφονεύθηκε διὰ κεράμου ποὺ ἔρριψε ἐπὶ
τῆς κεφαλῆς του αἱρετικὴ γυναίκα. | |||||||||||||||
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ένας φλογερός υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και ένας πολυγραφότατος εκκλησιαστικός συγγραφέας
Ανάμεσα στους μαχητικότερους
αντιαιρετικούς διδασκάλους και πολυγραφότερους εκκλησιαστικούς
συγγραφείς της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως εξέχουσα θέση κατέχει ο
τιμώμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 15 Ιουνίου Άγιος Ιερώνυμος,
ο οποίος διακρίθηκε ως ο κατ’ εξοχήν ερμηνευτής της Αγίας Γραφής και
αναδείχθηκε ως ο πατήρ της αγιολογίας, της ιστοριογραφίας και της
μετάφρασης.
Ο πεντάγλωσσος Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε
άνθρωπος της ολόθερμης προσευχής και της αυστηρής ασκήσεως και κατέστη
γνήσια εικόνα της αγιότητος του Θεού, αφού ελκύστηκε από τον ασκητικό
τρόπο ζωής της Ανατολής και εγκολπώθηκε ψυχή τε και σώματι τον Κύριο
ημών Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστή αφοσίωση την
αλήθεια της ορθής χριστιανικής πίστεως, αφού σύμφωνα με την άποψή του
αποτελούσε τη θεμελιώδη αρχή για τη σωτηρία του ανθρώπου. Παράλληλα
αναδείχθηκε χάρη στον ακάματο θεολογικό του ζήλο και τη δυναμική
αντιαιρετική του στάση μία γνήσια ορθόδοξη πνευματική προσωπικότητα με
αυστηρή ασκητική ζωή και πλούσια συγγραφική δραστηριότητα.
Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς ἐξ Ἀναζαρβοῦ Κιλικίας
|
|
|
||||||||||||||
|
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 3ο
αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἀνάζαρβα, τῆς δευτέρας ἐπαρχίας
τῶν Κιλίκων. Ἦταν υἱὸς κάποιου Ἕλληνα βουλευτοῦ καὶ εἶχε μητέρα
Χριστιανή, ἡ ὁποία καὶ τοῦ δίδαξε τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔφθασε
στὴν ἡλικία τῶν δεκαοκτὼ χρόνων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ
ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος τῆς πόλεως Μαρκιανοῦ. Ἐπειδὴ ἐνώπιον τοῦ
ἡγεμόνος ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ
θυσιάσει στὰ εἴδωλα, οἱ δήμιοι ἄνοιξαν μὲ βία τὸ στόμα του καὶ τοῦ
ἔριξαν μέσα κρασὶ καὶ κρέας, ποὺ εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὶς θυσίες τῶν
εἰδώλων.
| |||||||||||||||
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


